Τι κάνουμε στα παιδιά μας;
Ιωάννης Κοσμάτος
H αφορμή για το άρθρο αυτό δόθηκε από τρία περιστατικά τα οποία μου προκάλεσαν δυσάρεστη έκπληξη και ανησυχία.
1ο περιστατικό: Μια παρέα αποτελούμενη από δύο αγόρια κι ένα κορίτσι ηλικίας 10-12 κάνει τη βόλτα της. Τα αγόρια τραβούν λίγο τα σορτσάκια τους και περιγράφουν το εσώρουχό τους. Το κορίτσι τα ρωτάει: «Tι κάνετε τώρα. Θα ασχοληθείτε με τα εσώρουχά σας;» Ένα από τα αγόρια απαντάει: « Τι σε πειράζει. Εσύ είσαι γυναίκα . Δεν πρέπει να κάνεις αυτά. Εμείς είμαστε άνδρες».
2ο περιστατικό: Έχω μπροστά μου δύο κορίτσια ηλικίας 12-13 χρονών. Έχουν μια λεκτική αντιπαράθεση. Το ένα κορίτσι αφού εξάντλησε όλα τα όπλα της , έδωσε στο άλλο κορίτσι τη χαριστική βολή: «Τουλάχιστον εμένα δεν με πέταξε ο πατέρας μου στους δρόμους».
3ο περιστατικό: κορίτσι περιφέρεται μόνο του στην αυλή του σχολείου. Πλησιάζει μια παρέα κοριτσιών δισταχτικά. « Να είμαι κι εγώ μαζί σας;» Δεν νομίζω, θα πρέπει να διεκδικήσεις τη θέση σου στην παρέα μας». Τα δάκρυά του κύλισαν στα μαγουλά του, ίσως όχι για πρώτη φορά. Μόνο εγώ τα είδα.
Στα παιδικά πρόσωπα συχνά εμφανίζεται μια μορφή σκληρότητας που είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, γιατί υπάρχει απουσία συνείδησης του τραύματος που προκαλεί.
Η κοινωνία αντιμετωπίζει αυτά τα φαινόμενα «ως φάση της ηλικίας». Ένα παιδί δεν γεννιέται ανάλγητο. Εκπαιδεύεται συστηματικά να θεωρεί φυσιολογική τη ταπείνωση. Μαθαίνει από το σπίτι, το σχολείο, από τις οθόνες αλλά και τον τρόπο που οι σημαντικοί άλλοι μιλούν για τους αδύναμους, για τους ξένους, για τα παιδιά σε ιδρύματα, για εκείνον που «δεν ταιριάζει».
Τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες έχουν έντονη την ανάγκη ένταξης στην ομάδα. Ο φόβος της αποβολής από την ομάδα βιώνεται τόσο ισχυρός ώστε πολλά επιλέγουν να συμμετέχουν στη σκληρότητα παρά να γίνουν θύμα της. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια παράδοξη ηθική. Το παιδί που πληγώνει, χρησιμοποιεί τη σκληρότητα επειδή φοβάται να είναι αδύναμο. Χρησιμοποιεί το όπλο που βλέπει να χρησιμοποιείται στον περίγυρό του.
Εδώ βρίσκεται η ευθύνη της ανατροφής. Φροντίζουμε εξαντλητικά τις επιδόσεις των παιδιών μας αλλά λιγότερο την εσωτερική τους ζωή. Προέχει η επιτυχία από την κατανόηση και την συμπόνια. Ενισχύουμε τον ανταγωνισμό και αδιαφορούμε για τις αρετές της συνύπαρξης. Σημασία έχει το Φαίνεσται από το Είναι. Έτσι μεγαλώνουμε γενιές που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τον πόνο του άλλου. Αυτό επιδεινώνεται με την πολύωρη προσήλωση στην οθόνη του κινητού. Ανησυχώ ότι στο μέλλον ίσως δεν θα έχουν την ικανότητα να διαβάζουν το πρόσωπο του συνανθρώπου τους. Δηλαδή τα πλάθουμε συναισθηματικά αναλφάβητα.
Τα παιδιά λιμοκτονούν από τρυφερότητα. Έχουν χορτασμένα στομάχια, πρόσβαση σε πληροφορία, γνώση, διασκέδαση, τεχνολογία αλλά σε μικρότερο βαθμό σε πραγματική παρουσία. Οι γονείς, εξουθενωμένοι, ανασφαλείς, απορροφημένοι από τη δική μας επιβίωση δεν συνομιλούμε με τα παιδιά μας. Αυτά τα παιδιά που δεν ακούγονται πραγματικά, θα δυσκολευτούν αργότερα να ακούσουν άλλον.
Η σκληρότητα των παιδιών μας είναι μια γλώσσα που μιλά για την κοινωνία των ενηλίκων. Τα παιδιά μιμούνται αυτό που βλέπουν ότι προσφέρει ανταμοιβή. Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να παραθέσω ένα περιστατικό με πρωταγωνιστές γονείς: Σε σχολείο των Αθηνών οι μαθητές συγκέντρωσαν διάφορα είδη για να τα προσφέρουν στα παιδιά που φιλοξενούνται σε μια τοπική δομή. Οι γονείς των παιδιών αρνήθηκαν στα παιδιά να επισκεφτούν και να συναντήσουν τα παιδιά του ιδρύματος.
Οφείλουμε λοιπόν να αναρωτηθούμε ποιος τα έμαθε ότι για να επιβιώσουν πρέπει πρώτα να πάψουν να νιώθουν;
Ως κατακλείδα επιτρέψτε μου να παραθέσω τα λόγια της αγαπημένης μου, σπουδαίας ψυχαναλύτριας Clarissa Pinkola Estes: Tα παιδιά δεν γεννούνται πέτρινα. Πετρώνουν όταν η τρυφερότητα δεν αναφύεται γύρω τους.







