Επαμεινώνδας Χαραλάμπους Τσιμάς
Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός
Ο Επαμεινώνδας Τσιμάς ήταν ένας τύπος σπιρτόζος, ανήσυχος, χαμογελαστός, μα πάνω από όλα επικοινωνιακός, κάνοντάς σε να νιώθεις και να βλέπεις τη ζωή με αισιόδοξη ματιά.
Ο Νώντας, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του, γεννήθηκε το 1934 στα Κομητάτα της Ερύσσου και ήταν το πρώτο παιδί από τα τέσσερα του Χαράλαμπου Τσιμά.
Ο πατέρας του ήταν αγρότης με πολύ καλές γνώσεις και μεθόδους πάνω στην καλλιέργεια της γης και θεωρείτο πρακτικός γεωπόνος, με αποτέλεσμα να τον συμβουλεύονται οι κάτοικοι της περιοχή του. Ο Νώντας μιλώντας με καμάρι και σεβασμό για τον πατέρα του, έλεγε, πως ήταν δάσκαλος – καλλιεργητής και γι’ αυτό επί εποχής Μεταξά, σύμφωνα με το τότε πρόγραμμα του Υπουργείου, για ανασυγκρότηση της ελληνικής υπαίθρου, χρησιμοποιήθηκε για να καταθέσει τις γνώσεις του και την εμπειρία του στην καλλιέργεια της γης. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο ενημέρωσης και ανάπτυξης της γεωργίας, ο Χαράλαμπος Τσιμάς προΐστατο σε συνεργείο αποτελούμενο από 120 άτομα προς ειδίκευση τους σε θέματα αγροτικής ζωής.
Ο Νώντας φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο των Κομητάτων με δάσκαλο τον Ευάγγελο Παρέντη από τα Φαρακλάτα και ο οποίος επί έξι χρόνια εργαζόταν ως άμισθος με μόνη οικονομική αποζημίωση τη βοήθεια των κατοίκων του χωριού. Με πολλή αγάπη και δυνατή θύμηση ο Νώντας μιλούσε για το δάσκαλό του, λέγοντας πως ήταν άξιος και δυναμικός. Μάλιστα, δημιούργησε μια δίφωνη παιδική χορωδία, πράγμα που στάθηκε για το Νώντα, η πρώτη μεγάλη αφορμή για να αγαπήσει την όμορφη τέχνη των ήχων.
Κατά το διάστημα της δημοτικής του εκπαίδευσης ο Νώντας εξεδήλωσε το ταλέντο του στη ζωγραφική και στην ξυλογλυπτική, αφού σχεδίασε και ζωγράφισε τους ήρωες του ’21 και εξέπληξε το δάσκαλο του, με αποτέλεσμα να αναρτήσει τα έργα του μαθητή του μόνιμα στους τοίχους του σχολείου.
Αφού πέρασαν τα δημοτικά σχολικά και τα πολεμικά χρόνια, που παράλληλα συνόδευσαν τη νεότητά του, ο Νώντας ήρθε το 1949 στο Αργοστόλι αναζητώντας εργασία, που να εξυπηρετεί πρωτίστως την εσωτερική του καλλιτεχνική ανάγκη. Βρήκε εργασία στο εργοστάσιο επιπλοποιίας και κατάστημα επίπλων, στου Χρίστου Μωραΐτη, όπου για τέσσερα χρόνια έμαθε αρκετά πράγματα πάνω στο αντικείμενο της ξυλουργικής. Έπειτα , εργάστηκε στο κατάστημα κλασσικών επίπλων του Φώτη Φλαμιάτου, που πέρα από τις επισκευές που έκανε στα έπιπλα, πραγματοποιούσε ανάλογες ασχολίες και σε άλλα αντικείμενα, όπως να φτιάχνει κοντάκια όπλων.
Παράλληλα με τη βιοποριστική του εργασία αξιοποίησε τον ελεύθερο χρόνο του στη μελέτη της μουσικής με την εκμάθηση μουσικών οργάνων, αρτικόρνου και τζένις, στην Φιλαρμονική Σχολή Κεφαλληνίας. Πήρε δε τα πρώτα μαθήματα στο βιολί με τον Σπύρο Μαρκάτο, που όπως λέει του τοποθέτησε σωστά τα δάχτυλα πάνω σε αυτό το όργανο, αλλά κυρίως μαθήτευσε με την Αιμιλία Μηλιαρέση.
Η γνωριμία του με την προαναφερθείσα δασκάλα της μουσικής έγινε τυχαία, μια και αυτός έμενε σε ενοικιαζόμενο δωμάτιο του τρίτου ορόφου στο κτήριο των Καλογραιών, όπου κάνοντας τη μουσική του μελέτη, προκάλεσε το ενδιαφέρον της Αιμιλίας Μηλιαρέση και η οποία τον κάλεσε στην οικία της για να τον μυήσει σε ανώτερα επίπεδα στο βιολί. Έτσι δυο φορές την εβδομάδα και για ενάμιση χρόνο ακολούθησε τη διδαχή της αξιόλογης βιολίστριας.
Έπειτα συνέχισε με την καθηγήτρια μουσικής, την Αρετή Χαρχαλάκη για ενάμιση περίπου χρόνο.
Ο Νώντας συνεργάστηκε με τους μουσικούς και τις ορχήστρες της δεκαετίες του’ 50 , με τον Γεράσιμο Δαμουλιάνο παίζοντας στη μεγάλη αίθουσα του κέντρου Φαραώ, καθώς και με τον εξαίρετο βιολιστή Παναγή Μελισσαράτο και ο οποίος τον άφησε αντικαταστάτη του.
Ο Νώντας ήταν τύπος ανήσυχος κατά τη νεότητα του και πάντα ζητούσε το καλύτερο και το διαφορετικό. Συμμετείχε στις ορχήστρες του νησιού μας, έπαιξε με πολλούς μουσικούς αλλά και μόνος του σε εκδηλώσεις χαράς, γάμων, βαπτίσεων, σε κεφαλονίτικα πανηγύρια, σε μάσκαρες και όπου άλλου τον καλούσαν να δώσει κέφι και μουσική ζωντάνια με το βιολί του.
Ακολούθησε η στρατιωτική του υποχρέωση με την κατάταξή του στην ειδικότητα των Διαβιβάσεων, «Χειριστής Τηλεφωνικού Πίνακα». Από τις πρώτες μέρες κατάταξή του και λόγων διαφόρων αναγκών φανερώθηκε το μουσικό ταλέντο και ενδιαφέρον του, με αποτέλεσμα να παίζει σε στρατιωτικές ορχήστρες, όπου και να μετατέθηκε. Μετά τη στρατιωτική του θητεία ήρθε στο Αργοστόλι για λίγο διάστημα.
Συνεργάστηκε με τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη Σπύρο Μαρκάτο (Φούρα) ακορντεόν και συγχρόνως σχημάτισε μια παρέα από μουσικούς: Διονύση Παπαδάτο σαξόφωνο, Γιώργο Παγουλάτο κορνέτα, Γεράσιμο Μανωλάτο (Μπόλο) ντραμς, Γεράσιμο Γαλιατσάτο κλαρίνο, Παναγή Ωμέγα κορνέτα, τον Παναγή Πολλάτο κορνέτα, τον Σπύρο Αποστολάτο ντραμς, και όλοι μαζί συμμετείχαν με την ορχήστρα τους σε διάφορες εκδηλώσεις. Στη μάσκαρα της Λακήθρας, στους χορούς της Φιλαρμονικής και των Σωματείων και όπου αλλού τους καλούσαν έδιναν το παρόν τους ως φίλοι μουσικοί και ως ορχήστρα. Έπαιξε επίσης με τον Νίκο Δώριζα, με τον Τζάκη Λυκούργο αλλά και με άλλους Κεφαλλήνες μουσικούς.
Ο Νώντας μάζεψε χρήματα και τα αναγκαία και με βλέψη προς το καλύτερο ακολούθησε το μεταναστευτικό ρεύμα της εποχής για τη Γερμανία.
Αναζήτησε εργασία με πρώτο σταθμό στο εστιατόριο του Ληξουριώτη Σωτήρη Μοσχονά και μια τυχαία αφορμή στάθηκε ένα περιοδικό πωλήσεων μουσικών οργάνων, για να αγοράσει ένα νέο βιολί και να ξαναθυμηθεί τα παλιά του. Ωστόσο, η γνωριμία του με την πιανίστα Άννα Κόβαρη υπήρξε καθοριστική, λόγω που μελετούσαν και έπαιζαν μαζί στον ελεύθερο χρόνο του.
Ο Νώντας αναζητούσε εργασία πάνω στο αντικείμενο που ήξερε και έτσι βρήκε και δούλεψε σε εργοστάσιο κατασκευής επίπλων τηλεοράσεων στη Στουτγάρδη, δείχνοντας την ικανότητά του ότι και καλός στην τεχνική και απόδοση είναι, όσο και στην εύλογη ταχύτατα του έργου που αναλάμβανε. Δούλεψε και σε άλλα εργοστάσια που κατασκεύαζαν έπιπλα, κουφώματα με τζάμια και κατασκευές με ξύλινες επενδύσεις.
Έξι χρόνια παρέμεινε στη Γερμανία παρακολουθώντας τη ζωή στην Ελλάδα και δοθείσης ευκαιρίας επέστρεψε στην πατρίδα αναζητώντας έναν κόσμο που να μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς και καλά. Κατέληξε στον Πειραιά, όπου άνοιξε μαγαζί κατασκευής και πωλήσεων επίπλων στην περιοχή Αγίου Βασιλείου, εξυπηρετώντας με πολλή ικανοποίηση και καλή επικοινωνία την πελατεία του.
Η συνάντηση με τον Κεφαλονίτη γιατρό καρδιολόγο και βιολιστή Γεράσιμο Χαλικιά στάθηκε εποικοδομητική μια και του πρότεινε συνεργασία και του άνοιξε δρόμο για να εκδηλώσει τη μουσική του ευαισθησία.
Σύντομα ήρθε και η καλή συνεργασία με την παιδική χορωδία της Νίκαιας, που τότε τη διεύθυνε ο Δημήτρης Κανάρης και κατάφεραν να αποσπάσουν για δυο συνεχόμενα έτη τα πρώτα βραβεία στο φεστιβάλ του Χίλτον, που τότε ήταν από τα πιο αξιόλογες μουσικές χορωδιακές εκδηλώσεις.
Παράλληλα, συμμετείχε στην ερασιτεχνική ορχήστρα εγχόρδων Επιστημόνων που είχε αξιόλογους μουσικούς εκτελεστές, όπως τον Γιάννη Μακρή και τον Παΐζη, Ιθακήσιος από τη Ρουμανία, καθηγητής ανώτατης εκπαίδευσης στο βιολί. Στην ορχήστρα αυτή παρέμεινε τέσσερα χρόνια και έπειτα ακολούθησε για περίπου επτά χρόνια στην Ορχήστρα Αθανασιάδου. Σε αυτό το μουσικό σχήμα με τα πολλά βιολιά, ο Νώντας έπαιζε βιόλα.
Μάλιστα, ο Νώντας ήταν ο μόνος από τα μέλη της ορχήστρας που δεν ανήκε στο χώρο των επιστημόνων, αλλά ήταν ελεύθερος επαγγελματίας.
Η μουσική του δράση στην Αθήνα και στον Πειραιά επεκτάθηκε και σε χορωδιακά σχήματα, σε μαντολινάτες και ορχήστρες, συνεργαζόμενος ακόμη με τον επίσης αξιόλογο Κεφαλονίτη μουσικό Νίκο Παναγιωτάτο στην Αδελφότητα Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιώς.
Ο Νώντας θυμόταν και τους άλλους Κεφαλονίτες μουσικούς που συμμετείχε στις δραστηριότητές τους και στις ευρύτερες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις τους όπως : τον Ανδρόνικο Κουρούκλη που είχε αρχικά τη χορωδία της Αδελφότητας Πειραιά και τον Διονύση Αποστολάτο στα τέσσερα χρόνια που ήταν στην Αδελφότητα Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά.
Κατά τη δεκαετία του 1990, του πρότεινε ο τότε αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ληξουρίου να δημιουργήσουν μια μαντολινάτα υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας. Η μαντολινάτα δημιουργήθηκε και προχώρησε αρκετά, αλλά ύστερα από τέσσερα χρόνια χάθηκε. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του π. Ιωάννη Μεσολωρά έγινε και μια Βυζαντινή Χορωδία, που μύησε πολλά παιδιά στη Βυζαντινή μουσική.
Κάνοντας ο ίδιος απολογισμό της ζωής του, ο Νώντας χαιρόταν για όσα καλά έχει περάσει και ζήσει, χάρηκε τις όμορφες στιγμές των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων και πρωτίστως χαιρόταν για την εξέλιξη των μουσικών, που πρώτος αυτός δίδαξε.
Τα «Μουσικά παιδιά του »: ο Ζήσης Σκλαβουνάκης βιολί και ο Μάκης Σκλαβουνάκης κιθάρα- μαντολίνο, η Φιοράτου Ματούλα βιολί, ο Γιώργος Ταραζής βιολί, ο Λαμπρογιάννης Πεφάνης μαντολίνο- βιολί και άλλοι, που διαγράφουν μιαν καλή πορεία στα μουσικά δρώμενα του νησιού μας και όχι μόνο. Επίσης, συνεργάστηκε με τον Σωκράτη Μπένο σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της μαντολινάτας του.
Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Αργοστόλι, παρακολουθώντας πλήθος μαθητών του, να προοδεύουν στα μουσικά πράγματα των νησιών μας. Τον συναντούσα πολλές φορές και οι συζητήσεις μαζί του, πάντα ήταν φιλικές και μουσικά εποικοδομητικές, μαθαίνοντας πολλά για την ορχηστρική μουσική του νησιού μας. Ο Νώντας Τσιμάς, έφυγε από τη ζωή τον Απρίλιο του 2017, αφήνοντας μια δυνατή μνήμη στα μουσικά δρώμενα του νησιού μας.







