Το Δημοτικό μας Θέατρο «Κέφαλος» και η απώλεια του αυτονόητου
Όταν το προσωρινό γίνεται μόνιμο και η σημειολογία ξεχνιέται
Τα δημοτικά συμβούλια του Αργοστολίου, επί δεκαετίες, είχαν έναν φυσικό και αυτονόητο χώρο διεξαγωγής — ποιον άλλον από το Δημαρχείο. Κάποια στιγμή, λόγω συγκεκριμένων τεχνικών και οργανωτικών αναγκών — όταν η Κεφαλονιά έγινε ένας ενιαίος δήμος — η συνεδρίασή τους μεταφέρθηκε προσωρινά (έτσι τέθηκε τότε) στο Δημοτικό Θέατρο «Κέφαλος» (και σωστά έγινε). Η μεταφορά αυτή παρουσιάστηκε τότε ως λύση ανάγκης. Προσωρινά. Δυστυχώς όμως, με το πέρασμα του χρόνου, η εξαίρεση έγινε κανόνας. Σήμερα θεωρείται αυτονόητο ότι ο «Κέφαλος» είναι ο μόνιμος χώρος των δημοτικών συμβουλίων.
Αυτό από μόνο του δεν είναι απλώς οργανωτικό ζήτημα. Είναι βαθιά σημειολογικό.
Η πορεία, η ιδιαιτερότητα και η όποια ιερότητα μπορεί να χαρακτηρίζει έναν χώρο οφείλεται στο γεγονός ότι κουβαλάει μνήμη, αγώνες, όνειρα και συλλογικά βιώματα ανθρώπων. Για το Αργοστόλι και ολόκληρη την Κεφαλονιά, ένας τέτοιος χώρος είναι το Δημοτικό Θέατρο «Κέφαλος».
Ο παλιός «Κέφαλος», πριν τους σεισμούς του 1953, δεν ήταν απλώς ένα κτίριο. Ήταν το πνευματικό κέντρο του νησιού. Εκεί γενιές Κεφαλονιτών είδαν θέατρο, άκουσαν μουσική, συγκινήθηκαν, γέλασαν, χειροκρότησαν την κατάθεση ψυχής ντόπιων και ξένων καλλιτεχνών και τα προσφερόμενα στην κοινωνία πονήματα πνευματικών ανθρώπων. Εκεί οι πολίτες ένιωσαν ότι συμμετείχαν σε κάτι διαφορετικό, ανώτερο, μεγαλύτερο και πολύ ομορφότερο από την καθημερινότητά τους. Όταν το κτίριο καταστράφηκε, δεν χάθηκε μόνο πέτρα και ξύλο· χάθηκε ένα κομμάτι συλλογικής μνήμης.
Κι όμως, μετά την καταστροφή δεν ήρθε η λήθη. Ήρθε η προσπάθεια. Το θέατρο ξαναχτίστηκε κατ’απαίτηση του Κεφαλονίτικου λαού όχι απλώς για να υπάρχει ένα ακόμη κτίσμα, αλλά για να συνεχιστεί η πολιτιστική συνέχεια του τόπου. Ο σημερινός «Κέφαλος» είναι σύμβολο αντοχής, συλλογικής βούλησης και σεβασμού στην ιστορία και τον πολιτισμό μας, για τον οποίο υποτίθεται ότι όλοι κοπτόμαστε.
Ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι —και δεν μπορεί να θεωρείται— ένας απλώς ουδέτερος χώρος που μπορεί να στεγάζει τα πάντα.
Το Δημοτικό μας Θέατρο είναι το κεντρικό σαλόνι της πόλης και του νησιού μας και, από τη φύση του, είναι χώρος σύμπνοιας. Σε μια παράσταση, σε μια συναυλία, σε ένα καλλιτεχνικό γεγονός, άνθρωποι με διαφορετικές απόψεις, πολιτικές τοποθετήσεις και κοινωνικές αφετηρίες συνυπάρχουν. Για λίγες ώρες μοιράζονται κοινά συναισθήματα, αποκτούν κοινή πολιτιστική μνήμη, ενώνονται μέσα από την τέχνη.
Αντίθετα, το δημοτικό συμβούλιο είναι — αναγκαστικά και θεμιτά υπό μία νομική έννοια— διαδικασία αντιπαράθεσης και, δυστυχώς, τις περισσότερες φορές με όχι και τόσο «όμορφη» ή «ευγενή» φρασιολογία. Παρατάξεις, διαφωνίες, συγκρούσεις, ένταση. Είναι κατ”εξοχήν θεσμικός χώρος, στον οποίον οι πολίτες εκπροσωπούνται μέσα από διαφορετικές πλευρές και συχνά χωρίζονται, δεν ενώνονται.
Η μόνιμη εγκατάσταση αυτής της διαδικασίας στον μοναδικό κεντρικό πολιτιστικό χώρο της πόλης , το Δημοτικό της Θέατρο, δημιουργεί μια βαθιά προβληματική και επικίνδυνη σημειολογία για την τοπική κοινωνία. Τον “Κέφαλο” που ιστορικά λειτούργησε ως κοινό σαλόνι πολιτισμού, τον συνηθίζουμε ως αρένα πολιτικής αντιπαράθεσης και χωρίς ιδιαίτερη αντίδραση από την κοινωνία. Σχεδόν με έναν συλλογικό ώμο σηκωμένο: «Εντάξει τώρα μωρέ, δεν έγινε και κάτι τραγικό, υπάρχουν άλλα χειρότερα, αυτό μας πείραξε;».
Ίσως εδώ να κρύβεται κάτι βαθύτερο: όχι μια μεμονωμένη λάθος επιλογή, αλλά μια γενικότερη κόπωση της κοινωνίας απέναντι στην έννοια της πολιτιστικής ποιότητας. Μια σταδιακή παραίτηση από την επιθυμία και την απαίτηση για το καλύτερο. Όχι επειδή δεν μπορούμε, αλλά επειδή μάθαμε να μην αντιδρούμε στο μέτριο ή, ακόμα χειρότερα, στο χαμηλής ποιότητας γεγονός.
Με αυτή τη σκέψη, η ευθύνη περνά αναπόφευκτα και στους πολιτικούς του τόπου. Όχι ως επίπληξη, αλλά ως υπενθύμιση. Ολοι μας αλλά κυρίως οι θεσμικά υπεύθυνοι οφείλουν να μεριμνήσουν ώστε το Δημοτικό Θέατρο «Κέφαλος» να λειτουργεί, στην ουσία και στην πράξη, πρωτίστως και σχεδόν αποκλειστικά ως χώρος πολιτισμού. Και μόνο κατ’ εξαίρεση — όταν παραστεί πραγματικά προσωρινή ανάγκη — να φιλοξενεί οτιδήποτε άλλο για λόγους στιγμιαίας εξυπηρέτησης . Όχι γιατί «δεν επιτρέπεται», αλλά γιατί έτσι διαφυλάσσεται ο συμβολισμός, η μνήμη και ο σεβασμός που οφείλουμε σε έναν χώρο που πρέπει να τον διατηρήσουμε πνευματικό σαλόνι, πολιτιστικό καταφύγιο, καλλιτεχνικό πανδοχείο — έναν χώρο που οφείλουμε να χαιρόμαστε επειδή μας ξεπερνά.
Και επιτρέψτε μου ένα ερώτημα: ποιά θα ήταν άραγε η γνώμη ανθρώπων όπως ο Τζανής Μεταξάς ή ο Αντίοχος Ευαγγελάτος, τα ονόματα των οποίων αποφασίσαμε να τιμήσουν τις αίθουσες του «Κέφαλου»; Θα το θεωρούσαν τιμητικό για το πολιτιστικό και μουσικό τους έργο , οι αίθουσες που φέρουν το όνομά τους να έχουν μετατραπεί σε χώρους πολιτικής σύγκρουσης ;
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή· είναι μία ξεκάθαρη πολιτιστική παραίτηση. Είναι άλλο ένα ξεκάθαρο «Ωχ αδελφέ, ντάξει τώρα, χαλάρωσε, πάμε κι όπου βγει, μην τα ψάχνεις τώρα , όλα καλά … ».
Αγαθάγγελος Γεωργακάτος







