Κείμενο της ομιλίας του Πέτρου Πετράτου με τίτλο “Η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Την ήθελε, όμως, το ελληνικό εθνικό κράτος;”. Η ομιλία έγινε μετά από πρόσκληση του Δ.Σ. της Αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, στις 23 Μαΐου 2026 στο Θέατρο “Κωσταράκος” στον Πειραιά.
Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑΝΗΣΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
ΤΗΝ ΗΘΕΛΕ, ΟΜΩΣ, ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ;
Είναι γενικά γνωστοί οι αγώνες των Επτανησίων για την απαλλαγή τους από τη Βρετανική Προστασία και την Ένωση των νησιών τους με την Ελλάδα – αγώνες πολύχρονοι και δύσκολοι, αγώνες αιματηροί. Αγώνες και πολιτικοί και κοινωνικοί. Αγώνες στο δημοσιογραφικό και στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, στο θρησκευτικό και τον εκκλησιαστικό χώρο, αγώνες για την ελληνική ταυτότητα των Επτανησίων και την πολιτισμική τους ιστορία, αγώνες για την ηθική τάξη και κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν αγώνες εναντίον μιας πανίσχυρης τότε αποικιακής Δύναμης με γεωπολιτικά συμφέροντα στην περιοχή και μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον όχι πάντα ευνοϊκό για την επτανησιακή πλευρά.
Αυτός, όμως, ο πολυεπίπεδος και πολυδιάστατος ενωτικός αγώνας των προγόνων μας είχε άραγε τη στήριξη της τότε ελληνικής Πολιτείας; Σε αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε απόψε εδώ.
Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με τη σειρά. Με τη Συνθήκη του Παρισιού το 1815 τα Επτάνησα χαρακτηρίστηκαν «ενιαίο, ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και παραδόθηκαν στην «άμεση και αποκλειστική προστασία» της Αγγλίας, μέχρι να συγκροτηθεί ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στο οποίο και θα παραχωρούνταν. Μόνο που εκείνη η «προστασία» πολύ σύντομα μετατράπηκε σε κατοχή και το «ελεύθερο και ανεξάρτητο» κράτος μεταβλήθηκε ουσιαστικά για μισόν περίπου αιώνα σε μισοαποικία αγγλική.
Μετά το 1830 μέχρι και το 1848-49 με την εφαρμογή των πρώτων μεταρρυθμίσεων από την Προστασία, προετοιμάζεται η αντίσταση κατά της Αγγλοκρατίας. Έχει συσταθεί από το 1830 το νεοελληνικό κράτος, στο οποίο όμως η Αγγλία δεν παραχωρεί τα Επτάνησα, όπως υποχρεωνόταν από τη σχετική συνθήκη. Έτσι, καλλιεργείται, με πρώτο σπορέα τον Γεράσιμο Λιβαδά, η ενωτική ιδέα. Το λαϊκό στοιχείο ριζοσπαστικοποιείται, και σε αυτό συμβάλλει η έκδοση εφημερίδων και η ίδρυση και λειτουργία πολιτικών λεσχών, οι οποίες ουσιαστικά μετατρέπονται σε κέντρα συγκέντρωσης των φιλελεύθερων και ριζοσπαστών πολιτών και σε χώρους ανταλλαγής απόψεων και συζητήσεων εθνικο-κοινωνικού περιεχομένου. Συγκροτούνται, επίσης, πολιτικές παρατάξεις, οι οποίες θα εκφραστούν και μέσα στην Ιόνια Βουλή.
Οι Μεταρρυθμιστές, θεωρώντας αδύνατη την ένωση με την Ελλάδα λόγω της παντοδυναμίας της Αγγλίας, αποδέχονται το καθεστώς της Προστασίας, αλλά ζητάνε συνταγματική μεταρρύθμιση, παροχή δηλαδή συγκεκριμένων ελευθεριών, και όχι Ένωση. Στην παράταξη αυτή συσπειρώνεται κυρίως το μεγαλύτερο μέρος των ανερχόμενων αστικών στοιχείων και αρκετοί διανοούμενοι, και αποκτά πολιτική επιρροή στην Κέρκυρα και τη Λευκάδα.
Οι Ριζοσπάστες, από την άλλη πλευρά, επιζητούν την άμεση παύση της Αγγλικής Προστασίας, καθώς τη θεωρούν παράνομη. Απαιτούν την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα στη βάση της αρχής των εθνοτήτων, αλλά και θέλουν τη συγκρότηση ελληνικής δημοκρατικής πολιτείας στη βάση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Ριζοσπαστισμός, δηλαδή, ήταν κίνημα εθνικοαπελευθερωτικό και ταυτόχρονα κοινωνικό και συνέβαλε καθοριστικά στην ωρίμανση της εθνικής και πολιτικής συνείδησης του λαού της Επτανήσου. Στην κοινωνική του βάση συσπειρώνονταν προοδευτικοί διανοούμενοι, τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες των πόλεων, άλλοι εργαζόμενοι και αγρότες, με ιδιαίτερη ανταπόκριση στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο. Στην ηγεσία του ριζοσπαστικού κινήματος συναντάμε τις αγωνιστικές μορφές του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου και του Ιωσήφ Μομφερράτου, οι οποίοι θα υποστούν ποικίλες διώξεις και πολύχρονη εξορία.
Ο Ριζοσπαστισμός οραματιζόταν ένα ελληνικό κράτος δημοκρατικό, το οποίο θα περιέκλειε στα σύνορά του και όλες τις τότε κάτω από ξένη κυριαρχία ελληνικές περιοχές. Και αυτή η απελευθέρωση των υπόδουλων ελληνικών περιοχών και η ένωσή τους σε ένα ισχυρό ελληνικό εθνικό κράτος θα βασιζόταν αποκλειστικά στις ελληνικές εθνικές δυνάμεις. Διότι, υποστήριζαν οι ριζοσπάστες, «διά να υπάρξη Ελλάς αληθινά ελευθέρα και ανεξάρτητος, διά να αποκτήση τα φυσικά της όρια και να ενώση εις εν όλην την ελληνικήν φυλήν, πρέπει διά μόνου του Έλληνος να το επιτύχη και όχι διά του Άγγλου, του Ρώσου και του Γάλλου». Πρόκειται για ξεκάθαρη πολιτική διακήρυξη.
Επιπλέον, το ριζοσπαστικό κίνημα απέβλεπε σε δημοκρατικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, καθώς οι ριζοσπάστες έκαναν λόγογια «την δημοκρατικήν της Ανατολής ανάπλασιν». Και ειδικότερα ο Ιωσήφ Μομφερράτος, πήγαινε ακόμη παραπέρα: οραματιζόταν μια Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, όπως την ονόμαζε, την οποία θα συγκροτούσαν οι ευρωπαϊκοί λαοί και όπου μέσα από αυτή θα διευθετούσαν τις όποιες διαφορές τους όχι ανταγωνιστικά και εχθρικά αλλά αδελφικά, «εν πλήρει ισότητι, αμοιβαιότητι και δικαιοσύνη».
Αυτή, όμως, η φιλοσοφία και ιδεολογία ήταν επικίνδυνη για τη Βρετανική Προστασία, καθώς η ενδεχόμενη εφαρμογή της δημιουργούσε σοβαρά ρήγματα στην αποικιακή της εξωτερική πολιτική. Κάτι, λοιπόν, έπρεπε να γίνει, για να εκλείψει αυτός ο κίνδυνος. Και τι έγινε; Αλλοιώθηκε, νοθεύτηκε η ριζοσπαστική ιδεολογία. Όταν, λόγω της πολύχρονης εξορίας των Ριζοσπαστών ηγετών Ζερβού Ιακωβάτου και Μομφερράτου, προέκυψε κενό στην ηγεσία του κινήματος, το κενό αυτό καλύφθηκε από τον Κων/νο Λομβάρδο, βουλευτή τότε των Ριζοσπαστών. Στα χρόνια του Λομβάρδου μεταλλάχθηκε σιγά-σιγά ο Ριζοσπαστισμός, με αποτέλεσμα να διατηρηθεί μόνο το εθνικό του περιεχόμενο και να εξοβελιστεί το δημοκρατικό. Ζητούσε δηλαδή «ένωση και μόνο ένωση», απονευρωμένη από το δημοκρατικό-κοινωνικό της χαρακτήρα. Οι λεγόμενοι, λοιπόν, «νέοι ριζοσπάστες» ή Ενωτιστές θα είναι πρόθυμοι σε λίγο να υιοθετήσουν τα αγγλικά σχέδια για την Ένωση, μια Ένωση βέβαια που αντικειμενικά εξυπηρετούσε τα βρετανικά συμφέροντα στην περιοχή.
Έτσι, φτάσαμε στην Ένωση, η οποία, όπως προγραμματίστηκε και υλοποιήθηκε, υπήρξε ακίνδυνη για τη Βρετανία. Δεν ήταν αυτή που οραματίστηκαν οι ριζοσπάστες πρόγονοί μας. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι δύο μάρτυρες του ενωτικού ριζοσπαστικού αγώνα, ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και ο Ιωσήφ Μομφερράτος, διαφώνησαν με αυτήν την Ένωση και δε δέχτηκαν να υποβάλουν υποψηφιότητα για την τελευταία, ΙΓ΄, Ιόνια Βουλή, η οποία έπρεπε, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της αγγλικής διπλωματίας, να ζητήσει από την Αγγλίδα βασίλισσα να παραχωρήσει τα Ιόνια νησιά στο ελληνικό κράτος. Σύσσωμη η Ιόνια Βουλή τότε ψήφισε στις 29 Σεπτεμβρίου 1863 την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα.
Όμως, οι Ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος – αυτοί που ουσιαστικά προσωποποιούσαν το ριζοσπαστικό αγώνα, αυτοί που κυνηγήθηκαν και εξορίστηκαν – δεν ήταν εκεί. Απουσίαζαν συνειδητά, καθώς δεν ήθελαν να υπογράψουν μια Ένωση, που υπαγορεύτηκε από τις πολιτικές σκοπιμότητες της αυτόκλητης Αγγλικής Προστασίας και χορηγήθηκε όχι ως αναφαίρετο και απαράγραπτο δικαίωμα του επτανησιακού λαού, αλλά ως ικεσία προς την Αγγλίδα βασίλισσα. Επρόκειτο για μια «περίεργη» ειρωνεία της ιστορίας…
Επιτυγχάνεται, τελικά, η Ένωση – όπως κι αν έγινε αυτή – με την οποία, πάντως, πραγματοποιήθηκε η πρώτη εδαφική διεύρυνση του ελληνικού κράτους τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυσή του το 1830. Το ερώτημα είναι αν η ελληνική πολιτική είχε πιστέψει στον ενωτικό αγώνα των Επτανησίων και κυρίως αν ήθελε να ενωθούν τα Ιόνια νησιά με τον ελληνικό κορμό. Πρέπει, δηλαδή, να διερευνήσουμε ποιο ήταν το πολιτικό ενδιαφέρον της Ελλάδας για τα τότε αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, και, αν εκδηλώθηκε, πότε και πώς εκδηλώθηκε.
Από τα έως τώρα στοιχεία προκύπτει ότι η εξωτερική πολιτική, που το ελληνικό κράτος άσκησε κατά την πρώτη δεκαπενταετία μετά την ίδρυσή του απέναντι στα Επτάνησα ήταν κυρίως στη βάση της προώθησης των εμπορικών συμφερόντων του στον ιόνιο χώρο. Οι πρόξενοι του ελληνικού κράτους που από το 1833 διορίζονταν στα Ιόνια νησιά είχαν κύριο καθήκον τους την υπεράσπιση και προστασία των συμφερόντων των Ελλήνων υπηκόων, που είχαν εγκατασταθεί εκεί και όχι την υπεράσπιση των Επτανησίων από τις διώξεις της Προστασίας, και όχι τη στήριξη του ενωτικού τους αγώνα. Οι Επτανήσιοι, όμως, ήθελαν σε αυτές τις προξενικές αρχές να βλέπουν τη μητέρα-πατρίδα, να λειτουργούν οι προξεικοί παράγοντες ωςσύνδεσμοι με την ελεύθερη πατρίδα και επομένως αντικειμενικά να συντελούν στην προώθηση, ανάπτυξη και περιφρούρηση του εθνικού φρονήματος του επτανησιακού λαού.
Αυτή ήταν τότε η πραγματικότητα. Και υπάρχουν τεκμήρια γι’ αυτήν την «ακατανόητη» ελληνική συμπεριφορά. Θα αναφέρω, ωστόσο, μια χαρακτηριστική περίπτωση: Στην Κεφαλονιά ο υποπρόξενος (από το 1842) Εμμανουήλ Χουρμουζιάδης είχε καθιερώσει τον εορτασμό της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου, χωρίς ποτέ μέχρι και το 1847 να έχουν αντιδράσει οι τοπικές αγγλικές αρχές. Ο εορτασμός προέβλεπε συγκέντρωση του λαού στο προξενείο, μετάβαση του υποπροξένου και του λαού στο μητροπολιτικό ναό για την τέλεση της δοξολογίας και της επιμνημόσυνης δέησης, επιστροφή στο προξενείο και ήρεμη διάλυση του πλήθους. Το Μάρτιο, όμως, του 1848 τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά. Το νέο στοιχείο σε αυτήν την επέτειο εντοπίζεται κυρίως στη συμμετοχή στον εορτασμό της νεοϊδρυμένης στο Αργοστόλι πολιτικής λέσχης των ριζοσπαστών, του «Δημοτικού Καταστήματος». Σύμφωνα μάλιστα με τον Άγγλο τοποτηρητή, ο Χουρμουζιάδης είχε επαφές με το «Δημοτικόν Κατάστημα», με τους ριζοσπάστες δηλαδή, κάτι βέβαια που ο δεύτερος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Και επιπλέον, στα γραφεία του «Δημοτικού Καταστήματος», εκτός από την ελληνική σημαία, είχαν αναρτηθεί και τρίχρωμες σημαίες της Γαλλίας (στοιχείο που παρέπεμπε στη Γαλλική Επανάσταση) και επιγραφές με συνθήματα υπέρ της ενότητας της ελληνικής φυλής κ.λπ., ενώ ο Έλληνας υποπρόξενος συμμετείχε το βράδυ της επετείου σε δείπνο, όπου έγιναν προπόσεις υπέρ της ένωσης των Επτανήσων με το ελληνικό βασίλειο, υπέρ του βασιλιά Όθωνα κ.λπ.
Και επειδή ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα Lyons θεώρησε υπεύθυνο για όλα αυτά τον Χουρμουζιάδη, απαίτησε από την ελληνική κυβέρνηση να τον ανακαλέσει λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς του και να διορίσει άλλον υποπρόξενο στο νησί. Τελικά, μετά από μια πεντάμηνη υπηρεσιακή αλληλογραφία ανάμεσα στο Βρετανό τοποτηρητή της Κεφαλονιάς D’ Everton, το Βρετανό αρμοστή των Επτανήσων Seaton, το Βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα Lyons και τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Κων/νο Κολοκοτρώνη (γιο του Θεόδωρου), ο τελευταίος ενέδωσε στις πιέσεις της βρετανικής πλευράς και απάλλαξε τον Χουρμουζιάδη από τα προξενικά του καθήκοντα στην Κεφαλονιά ως υπεύθυνο για τα «συμβάντα» της 25ης Μαρτίου 1848 και για την «ανάμειξή» του στις υποθέσεις του Ιόνιου Κράτους. Υπενθυμίζουμε ότι εκείνη την περίοδο επικρατούσε στο νησί γενικότερη ανησυχία και αναστάτωση που θα καταλήξει στην ένοπλη εξέγερση του Σταυρού, και στην προετοιμασία της εξέγερσης της Σκάλας την επόμενη χρονιά (1849).
Από τα παραπάνω είναι προφανής η πειθήνια στάση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς αδυνατεί να αντιταχθεί στις παραινέσεις ή τις εντολές της Βρετανίας. Η Ελλάδα δηλαδή δεν μπορεί να υπερασπιστείτην εθνική της υπόσταση και τις αλύτρωτες ελληνικές περιοχές. Οι δικαιολογίες που οι υπεύθυνοι της ελληνικής κυβέρνησης αναγκάστηκαν να δώσουν – δικαιολογίες όμως που δεν τις δέχονταν οι αγωνιζόμενοι Επτανήσιοι – ήταν: η Ελλάδα τρέφει «αισθήματα σεβασμού και ευγνωμοσύνης» προς τη Βρετανία· «ο αληθής πατριωτισμός πρέπει να συνοδεύηται υπό της πολιτικής φρονήσεως». Πρόκειται για αποσπάσματα από απάντηση που έδωσε μέσα στην ελληνική Βουλή σε σχετική με την ένωση των Επτανήσων επερώτηση ο τότε πρωθυπουργός Αθανάσιος Μιαούλης (γιος του Ανδρέα) με την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών.
Εξάλλου, η ενδοτική στάση της Ελλάδας απέναντι στα κελεύσματα της Βρετανίας και η αδιαφορία της προς τον εθνικοενωτικό αγώνα των Ιονίων φάνηκε περίτρανα και στην περίπτωση των Κεφαλονιτώνφυγάδων. Ποιοι ήταν εκείνοι οι φυγάδες; Πρόκειται για Κεφαλονίτες αγωνιστές που κατόρθωσαν να δραπετεύσουν από το νησί προς την Πάτρα αμέσως μετά την αποτυχία της ένοπλης εξέγερσης του Σταυρού της 14ης Σεπτεμβρίου 1848, ελπίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση θα τους εξασφάλιζε προστασία. Ο αρμοστής των Επτανήσων μέσω του Βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα Lyons απαιτούσε επίμονα από την κυβέρνηση της Αθήνας τον εκτοπισμό αυτών των φυγάδων από την Πάτρα στα ενδότερα του ελληνικού κράτους, επειδή, κατά την εκτίμησή του, τα πρόσωπα εκείνα λόγω της γειτνίασης της Πάτρας με την Κεφαλονιά δε θα σταματούσαν να ενεργούν κατά της αγγλοϊόνιας κυβέρνησης και να προετοιμάζουν νέα εξέγερση. Στον εκτοπισμό ο Lyons συμπεριέλαβε και εκείνους τους Κεφαλονίτες που, όντας καταδικασμένοι για πολιτικά αδικήματα, είχαν διαφύγει στην Πάτρα το Μάρτιο του 1849. Στην Κεφαλονιά ο ριζοσπαστικός τύπος διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης με τον Ιωσήφ Μομφερράτο να ασκεί αυστηρότατη κριτική μέσω της εφημερίδας του Αναγέννησις.
Τελικά, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Κανάρη, χωρίς να πάρει υπόψη του τις έντονες αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης και τις επικρίσεις του τύπου, ικανοποίησε το αγγλικό αίτημα, συλλαμβάνοντας και απομακρύνοντας τους Κεφαλονίτες φυγάδες από την Πάτρα και μεταφέροντάς τους στο Ναύπλιο, όπου τέθηκαν κάτω από αστυνομική επιτήρηση. Ένας, μάλιστα, από τους φυγάδες, ο οποίος δε μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, αλλά έμεινε στην Αθήνα, ο Σταύρος Μεταξάς, σε επιστολή του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αναγέννησις, ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση ανυποχώρητα του αρνήθηκε την έκδοση διαβατηρίου. Και υπογράμμιζε με έμφαση: «[…] πεπεισμένος ότι και εις αυτήν ακόμη την Τουρκίαν ήθελα εύρει ασφαλέστερον καταφύγιον παρ’ ότι η ελληνική κυβέρνησις με εχορήγει».
Αλλά και όταν, δύο μήνες αργότερα, η Βουλή (συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου/8ης Ιουλίου 1849) μετά από σχετική συζήτηση αποφάσισε την άρση του εκτοπισμού και την παραχώρηση ελευθερίας και προστασίας στους Κεφαλονίτες αγωνιστές, το υπουργείο Εσωτερικών δεν εφάρμοσε την απόφαση. Για άλλη μια φορά η Ελλάδα δεν μπόρεσε να στηρίξει τον επτανησιακό ενωτικό αγώνα. (Να σημειώσουμε ότι αργότερα ο Σταύρος Μεταξάς θα καταφύγει στη Μασσαλία, όπου θα εγκατασταθεί και θα διαπρέψει επαγγελματικά ως οφθαλμίατρος).
Στο μεταξύ, ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1840 η ελλαδική πολιτική κινιόταν γύρω από τον αστερισμό της Μεγάλης Ιδέας. Επρόκειτο για την κυρίαρχη συνιστώσα της εθνικής ιδεολογίας του ελληνισμού, η οποία μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα ουσιαστικά θα τροφοδοτεί τη νεοελληνική συνείδηση και θα κατευθύνει την πολιτική του ελληνικού κράτους. Οι ελλαδικές, βέβαια, αλυτρωτικές κινήσεις απέβλεπαν στην απελευθέρωση και ένωση με το ελληνικό κράτος των περιοχών της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Κρήτης, ενώ ο χώρος του Ιονίου έμενε ουσιαστικά έξω από τις διεκδικήσεις της ελληνικής πολιτικής. Ενδιαφερόταν, φαίνεται, για περιοχές εκτεταμένες και με παραγωγικές-αναπτυξιακές δυνατότητες και όχι μικρές και άγονες, όπως τα Επτάνησα. Έτσι, στη βάση αυτή τα νησιά του Ιονίου κατείχαν μια εντελώς περιθωριακή θέση στην ελλαδική συνείδηση.
Άλλωστε, το μηδενικό ή ελαχιστοποιημένο ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτικής για τα Επτάνησα μπορεί να σχετίζεται και με την αντίληψη ότι οι Ιόνιοι γειτνίαζαν περισσότερο με τη Δύση παρά με την Ανατολή, ήταν οι εξευρωπαϊσμένοι Έλληνες που ζούσαν και κινιούνταν μακριά και έξω από τον «ανατολικό» ελληνικό κόσμο. Θυμίζω ότι τα Επτάνησα εκείνη την εποχή αποκαλούνταν «Φραγκονήσια» και «Φραγκιά». Η ελληνική πρωτεύουσα είχε ξεχάσει τη συμμετοχή και πλούσια προσφορά των Επτανησίων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821 και οι Ελλαδίτες πολιτικοί αλλά και οι κάτοικοι της Αθήνας και γενικότερα οι Έλληνες δεν ήθελαν να συνειδητοποιήσουν ότι εκείνη την περίοδο τα Επτάνησα ήταν, σε σχέση με τις άλλες διεκδικούμενες τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, ο μόνος εθνικά ομοιογενής χώρος και επομένως οι προϋποθέσεις επιτυχίας του αλυτρωτικού αγώνα εκεί ήταν ευνοϊκότερες.
Όμως, εκτός από τα παραπάνω, εκτός από την αδυναμία ή την έλλειψη βούλησης της ελληνικής πλευράς να αντιπαρατεθεί στη Βρετανία ήταν, νομίζουμε, και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Αναμφίβολα, η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθούσε με προσοχή τις εξελίξεις στον ενωτικό αγώνα των Επτανησίων, στεκόταν όμως με επιφύλαξη απέναντι στο ενδεχόμενο ένωσής τους με την Ελλάδα. Γιατί, άραγε; Επειδή διέβλεπεαρνητικές τις επιπτώσεις αυτού του εγχειρήματος για τα κατεστημένα εσωτερικά πολιτικά πράγματα. Οι πρωτοπόροι του ενωτικού αγώνα στα Επτάνησα, οι ριζοσπάστες, εκτός από εθνικοαπελευθερωτική διάσταση έδιναν και κοινωνική στην έννοια της Ένωσης και διακήρυτταν την ανάγκη δημοκρατικής ανάπλασης της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας.
Αυτή ακριβώς η κοινωνική διάσταση τρόμαζε το πολιτικό κατεστημένο της Αθήνας. Γι’ αυτό και η επιφύλαξή του στο αίτημα των ριζοσπαστών για Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Πανικοβαλλόταν στην προοπτική να ζητήσουν οι Επτανήσιοι ριζοσπάστες ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές και ανατροπές κατεστημένων συμφερόντων. Ένας κοινωνικός ριζοσπαστισμός με τις εν δυνάμει ανατρεπτικές του ιδέες μπορούσε να επικρατήσει και να δώσει ανεπιθύμητους για την ισχύουσα στο ελληνικό βασίλειο πολιτικοκοινωνική κατάσταση καρπούς. Αντιλαμβάνονταν, δηλαδή, οι πολιτικοί κύκλοι στην Αθήνα «έναν άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη της χώρας και την ασφάλεια του θρόνου».
Ακούστε πώς εκτιμά την κατάσταση ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα T. Wyse σε αναφορά του προς το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του το Δεκέμβριο του 1858 «Ορισμένες από τις πιο σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες της χώρας, όπως ο κ. Μαυροκορδάτος και ο στρατηγός Καλλέργης, δεν διστάζουν να πάρουν ανοιχτά θέση εναντίον αυτής της προοπτικής [της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα]. […] Διαβλέπουν στην προοπτική αυτή έναν άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια τάξη της χώρας και την ασφάλεια του θρόνου. […]». (Το έγγραφο απόκειται στα αρχεία του Φόρεϊν Όφις).
Επομένως, η επικράτηση των «ανυπότακτων» ριζοσπαστών στο Ιόνιο και η μετέπειτα παρουσία τους στην Αθήνα θα ανέτρεπε το status quo στο ελληνικό βασίλειο, καθώς εκείνοι οι Επτανήσιοι θα δημιουργούσαν μια «νέα τάξη πραγμάτων στην Ελλάδα […] που, σύμφωνα με ορισμένες από τις θεωρίες τους, θα επιφέρει μια ριζική μεταβολή όχι μόνο στο σύνταγμα αλλά και στην ίδια τη δυναστεία και το θεσμό της μοναρχίας», σύμφωνα με αναφορά του Βρετανού πρεσβευτή. Και αυτή η αντίληψη και νοοτροπία παρέμειναν εδραιωμένες στους Έλληνες πολιτικούς.
Ακόμη κι όταν διπλωματικές αναφορές από τα Επτάνησα πληροφορούσαν την ελλαδική πλευρά ότι «από τον πρώτον σχεδόν [Επτανήσιον] έως τον έσχατον άλλη ιδέα δεν τους κατακυριεύει ειμή μόνον η ιδέα της ενώσεως μετά της μητρός Ελλάδος», η ελληνική κυβέρνηση δεν αναπροσάρμοζε την πολιτική της. (Από επιστολή του υποπροξένου στην Κεφαλονιά Ιωάννου Μήλιουπρος το Υπουργείο Εξωτερικών το Μάιο του 1850).
Να τι υπογράμμιζε ζακυνθινή εφημερίδα Φωνή του Ιονίου και Ρήγας (23-9-1860 ): «Καθ’ όλην την διάρκειαν της εισέτι ακολουθούσης ανίσου πάλης [όλη δηλαδή την περίοδο του ενωτικού αγώνα] ποίαν ενθάρρυνσιν ελάβομεν [από την ελληνική πλευρά]; […] Οι εν Επτανήσω πράκτορες της ελληνικής κυβερνήσεως υπήρξαν συχνά οι πλέον θρασείς και ταυτοχρόνως οι πλέον επίβουλοι των αντιπάλων μας»… Άρα, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, το ελληνικό εθνικό κράτος δε στήριξε ουσιαστικά και πρακτικά τους Επτανήσιους αγωνιστές στον ενωτικό τους αγώνα.
Εξακολουθούσε, λοιπόν, η ελληνική πλευρά να κρατά αποστάσεις από τα τεκταινόμενα στα Επτάνησα, παρακολουθώντας βέβαια τις εξελίξεις στο Επτανησιακό Ζήτημα. Άλλωστε, η ελληνική διπλωματία εξελάμβανε τον ανένδοτο και συνεπή ενωτικό αγώνα των ριζοσπαστών ως πλεκτάνη της Βρετανικής Προστασίας, για να «φέρει [η τελευταία] τον λαόν εις απελπισίαν να κάμη και νέον στασιαστικόν κίνημα», προκειμένου η ίδια να ανακαλέσει τις πρόσφατες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις ή «να καταστήση την Επτάνησον αποικίαν της Αγγλίας». Αυτά ανέφερε στο υπουργείο Εξωτερικών ο Έλληνας υποπρόξενος στην Κεφαλονιά Ιω. Μήλιος το Μάιο του 1850.
Το Επτανησιακό Ζήτημα, βέβαια, συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή κάποιες φορές πριν από την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864. Η πρώτη φορά (συνεδρίαση της 31ης Δεκεμβρίου 1848/12ης Ιανουαρίου 1849) σχετίζεται με τη συζήτηση, μετά από σχετική επερώτηση βουλευτή, για την εξέγερση του Σταυρού στην Κεφαλονιά το Σεπτέμβριο του 1848 και για τον εκτοπισμό των Κεφαλονιτών φυγάδων. Και η συζήτηση συνεχίστηκε κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου/8ης Ιουλίου 1849. Τότε μάλιστα, βουλευτής του ελληνικού Κοινοβουλίου, που εκφράστηκε θετικά υπέρ της κεφαλονίτικης εξέγερσης, πρότεινε να ζητήσει η κυβέρνηση από την Αγγλία την παραχώρηση των Ιόνιων νησιών στην Ελλάδα και την αποστολή ειδικής γι’ αυτό το αίτημα επιτροπής της ελληνικής Βουλής στο Λονδίνο – πρόταση όμως που καταψηφίστηκε από τη Βουλή.
Στο μεταξύ, είχε αρχίσει η Βρετανία να αναπροσαρμόζει την πολιτική της απέναντι στο Επτανησιακό Ζήτημα, καθώς εκτιμούσε ότι η παρουσία της στον ιόνιο χώρο ούτε ωφέλιμη ήταν από στρατηγική άποψη ούτε συμφέρουσα λόγω των συνεχών αντιδράσεων του πληθυσμού. Έτσι, επιζητούσε προφάσεις και τρόπους απεγκλωβισμού της από τα Επτάνησα. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Palmerston έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι με το Γιβραλτάρ και τη Μάλτα η Μ. Βρετανία δεν είχε πλέον ανάγκη τα Ιόνια νησιά, τα οποία άλλωστε απαιτούσαν μεγάλες δαπάνες για τη συντήρηση της εκεί σταθμευμένης στρατιωτικής δύναμης και των οχυρωματικών έργων των νησιών
Προσανατολιζόταν, λοιπόν, στην παραχώρηση των νησιών προς το ελληνικό κράτος Πρώτη νύξη από την πλευρά της Βρετανίας για μια τέτοια την παραχώρηση είχε γίνει το 1857. Το σχέδιο προέβλεπε την αποικιοποίηση της Κέρκυρας και των Παξών υπέρ της Βρετανίας και την ταυτόχρονη παραχώρηση των υπόλοιπων Ιόνιων νησιών στην Ελλάδα. Αργότερα (1859) η βρετανική διπλωματία συζητούσε το ενδεχόμενο της ίδρυσης μιας νέας ελληνικής κρατικής οντότητας, που θα τη συγκροτούσαν τα Επτάνησα, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, ίσως και η Κρήτη, με ηγεμόνα τον Αλφρέδο, δευτερότοκο γιο της Βρετανίδας βασίλισσας Βικτωρίας. Εξάλλου, προσδοκούσε ότι με μια τέτοια κίνηση θα κέρδιζε τη συμπάθεια των Ελλήνων, οι οποίοι εντελώς πρόσφατα (1850) είχαν αγανακτήσει με την ανθελληνική συμπεριφορά της λόγω του επεισοδίου με τον Ισπανοεβραίο αλλά Άγγλο υπήκοο Δαυίδ Πατσίφικο στην Αθήνα.
Ωστόσο, θα σημειωθούν δυο σημαντικά γεγονότα, που θα επηρεάσουν θετικά τη μεταστροφή της Βρετανίας υπέρ της παραχώρησης. Ένα και βασικό είναι η έξωση του Όθωνα (Οκτώβριος 1862). Μετά την έξωση του Όθωνα τίποτε δεν εμπόδιζε τη Βρετανία να προχωρήσει στην παραχώρηση των Επτανήσων. Να σημειωθεί εδώ ότι την προηγούμενη χρονιά (1861) ο βασιλιάς Όθωνας είχε απορρίψει βρετανική πρόταση ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα, επειδή περιείχε τον όρο της «αυστηράς αποχής από πάσης ενεργείας και πάσης επιθέσεως [της Ελλάδας] κατά της γείτονος επικρατείας [δηλαδή κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας]», προστατεύοντας ταυτόχρονα το θρόνο του από τους Επτανήσιους, «που θα αποδείχνονταν εξίσου ανυπότακτοι στο καθεστώς του όπως και στο καθεστώς των Βρετανών».
Το άλλο σημαντικό γεγονός είναι το εκπληκτικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέρ του δευτερότοκου γιου της Βρετανίδας βασίλισσας Βικτωρίας Αλφρέδου ως προτεινόμενου νέου βασιλιά της Ελλάδας (μέσα Δεκεμβρίου 1862). Προσέξτε εδώ μια ουσιαστική λεπτομέρεια: Παρά την αντίρρηση της βασίλισσας στην υποψηφιότητα του γιου της, ο Βρετανός πρωθυπουργός Palmerston ευνοούσε την υποψηφιότητα αυτήν, και παρά την επίσημη άρνηση του ίδιου του Αλφρέδου να διεκδικήσει τον ελληνικό θρόνο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα, αν και γνώριζε ότι το ιδρυτικό Πρωτόκολλο του 1830 απαγόρευε την ανάρρηση στον ελληνικό θρόνο μέλους των βασιλικών οίκων των «Προστάτιδων» Δυνάμεων, προχώρησε στο δημοψήφισμα, όπου θριαμβευτικά προκρίθηκε η υποψηφιότητα του Αλφρέδου. Έτσι, με αυτήν την εύστοχα «παράλογη» πολιτική κίνηση η ελληνική πλευρά πέτυχε να εξασφαλίσει έμμεσα αλλά σαφέστατα τη λαϊκή έγκριση για τη βρετανική παρέμβαση στο ζήτημα της πλήρωσης του ελληνικού θρόνου, με άλλα λόγια πέτυχε το στόχο του Palmerston, που επιζητούσε μέσω της εκλογής του πρίγκιπα Αλφρέδου να εδραιώσει τη βρετανική επιρροή στην Ελλάδα.
Τελικά, η Βρετανία θα καταλήξει στην επιλογή του Γεωργίου Γκλύξμπουργκ, δευτερότοκου γιου του διαδόχου στο θρόνο της Δανίας Χριστιανού, Αναφέρουμε ότι στο δημοψήφισμα για εκλογή βασιλιά ο Γεώργιος είχε πάρει μόνο 6 ψήφους και ήταν 18ος ανάμεσα στους 27 υποψήφιους) ενώ ο Αλφρέδος πρώτος με 230.016 ψήφους. Με την επιλογή του Γεωργίου συμφώνησαν και οι άλλες δυο «Προστάτιδες» Δυνάμεις της Ελλάδας, η Γαλλία και η Ρωσία, και έτσι η Βρετανίδα βασίλισσα δήλωνε το Δεκέμβριο του 1862 την πρόθεσή της να παραχωρήσει υπό προϋποθέσεις τα Επτάνησα στην Ελλάδα. Η ρηματική διακοίνωση του έκτακτου απεσταλμένου της Βρετανίας στην Ελλάδα Henry Elliot προς τον τότε Έλληνα πρωθυπουργό Βούλγαρη περιείχε τον όρο η Ελλάδα «να διατηρήση την συνταγματικήν μοναρχίαν και να απόσχη πάσης επιθέσεως κατά των γειτόνων επικρατειών [δηλαδή κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας] και να εκλέξη ηγεμόνα καθ’ ου ουδεμία βάσιμος ένστασις δύναται να αντιταχθή».
Με άλλα λόγια ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, δεσμεύτηκε να στηρίξει την αγγλική πολιτική στη νοτιοανατολική Ευρώπη και ανατολική Μεσόγειο, να υπερασπιστεί την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε βάρος των εθνικοαπελευθερωτικών αιτημάτων του ελληνικού λαού. Οι «αληθείς», βέβαια, Ριζοσπάστες είχαν έγκαιρα αντιληφθεί τους στόχους της αγγλικής πολιτικής και διπλωματίας και διείδαν τους κινδύνους για την Ελλάδα, τους οποίους και επισήμαναν μέσα κι έξω από το Ιόνιο Κοινοβούλιο. Γι’ αυτό, και όπως έχουμε ήδη επισημάνει, απουσίαζαν οι συνεπείς Κεφαλονίτες ριζοσπάστες Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος και Ιωσήφ Μομφερράτος, όταν το 1863 η Ιόνια Βουλή στην Κέρκυρα ψήφιζε τη βρετανόπνευστη Ένωση.
Στο μεταξύ, η ελληνική Βουλή συζητά (Νοέμβριος 1863, Δεκέμβριος 1863 και Ιανουάριος 1864) για τα θέματα της ουδετερότητας της Κέρκυρας και των Παξών και της κατεδάφισης των φρουρίων της Κέρκυρας, θέματα που η Βρετανία, και με τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων Μ. Δυνάμεων, έθετε ως αδιαπραγμάτευτους όρους για την τελική παραχώρηση – μια «θρυμματισμένη» παραχώρηση – των Ιόνιων νησιών στην Ελλάδα. Οι όροι αυτοί προκάλεσαν κύμα αγανάκτησης στα Επτάνησα, γι’ αυτό και η κατεδάφιση περιορίστηκε στα φρούρια της Κέρκυρας. Οι οδηγίες, βέβαια, που είχε από την ελληνική κυβέρνηση ο Χαρ. Τρικούπης πηγαίνοντας στο Λονδίνο, ήταν να αποδεχτεί τον αφοπλισμό των νησιών όχι όμως την κατεδάφιση των φρουρίων. Αυτή, πάντως, η πρακτική της ουδετερότητας και της κατεδάφισης αντικειμενικά εξυπηρετούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς τα οθωμανοκρατούμενα ακόμη παράλια της Ηπείρου δε θα είχαν απέναντί τους ελληνικό στρατό.
Κατά τα άλλα οι Βρετανοί έφυγαν από τα Επτάνησα, τα Ιόνια νησιά ενώθηκαν με την Ελλάδα και εμείς σήμερα «πρέπει» να πανηγυρίζουμε…
Αγαπητοί φίλοι, δε θέλω να σας κάνω να μελαγχολήσετε. Άλλωστε, δε με καλέσατε για κάτι τέτοιο. Απλά, προσπάθησα να ξεδιπλώσω ενώπιόν σας κάποιες σκοτεινές ή λιγότερο γνωστές πλευρές του Επτανησιακού Ενωτικού Αγώνα. Προσπάθησα να φέρω πιο κοντά μας, στις πραγματικές του διαστάσεις τον ενωτικό ριζοσπαστικό αγώνα αλλά και τις πολιτικές και πρακτικές της ελληνικής κυβέρνησης της Αθήνας, αναφερόμενος σε συγκεκριμένα γεγονότα και έγγραφα, όσο μου το επέτρεπε ο χρόνος που είχα στη διάθεσή μου. Φαίνεται, όμως, πως ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι πάντοτε εύκολο και ευπρόσδεκτο. Οφείλουμε όμως να τα γνωρίζουμε όλα αυτά και στις σωστές τους διαστάσεις.
Έχει, νομίζουμε, μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε εμείς οι Κεφαλονίτες και γενικότερα οι Επτανήσιοι τι γιορτάζουμε στις 21 Μαΐου. Γιορτάζουμε την Ένωση που μεθόδευσε η Αγγλία για τα δικά της αποκλειστικά συμφέροντα, προκειμένου να θέσει στον απόλυτο έλεγχό της το ελληνικό κράτος. Δε γιορτάζουμε την Ένωση που οραματίστηκε το υπέροχο εθνικο-απελευθερωτικό και δημοκρατικο-κοινωνικό ριζοσπαστικό κίνημα, την Ένωση για την οποία αγωνίστηκαν και κυνηγήθηκαν οι συμπατριώτες μας Ριζοσπάστες.
Από την άλλη, η Ένωση δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιας «εθνικής» εξόρμησης του ελληνικού κράτους. Αντίθετα, το ελληνικό κράτος ήταν ουσιαστικά αμέτοχο σε κάθε φάση του Επτανησιακού Ζητήματος‧ απλώς παρακολουθούσε τις εξελίξεις και ενημερωνόταν για τις αποφάσεις της Αγγλίας, από τις οποίες εφάρμοζε όποιες έπρεπε. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, μας αρέσει δε μας αρέσει. Ο Δ. Σολωμόςμας έχει αφήσει παρακαταθήκη τουτηδώ τη φράση: «Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές».
Έτσι λοιπόν, με την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα έγινε εκείνο, για το οποίο πολύ παραστατικά έγραψε ο νεαρός τότε Ριζοσπάστης και μετέπειτα δραστήριος δημοσιογράφος και ακραιφνής δημοκράτης Παναγιώτης Πανάς: Η Αγγλία, για να βγει από τη δύσκολη θέση της στα Επτάνησα, αλλά και για να επανακτήσει την επιρροή της στην Ελλάδα, παραχωρούσε τα Επτάνησα. Πίστευε ότι έτσι θα κατόρθωνε «να μεταφέρη τον αρμοστήν της από Κερκύρας εις Αθήνας, θέτουσα επί κεφαλής αυτού βασιλικόν στέμμα». Και το κατόρθωσε, γιατί η Αγγλία πέτυχε να σταματήσει την προστασία της στα Επτάνησα, αλλά αμέσως αναλάμβανε την προστασία της σε ολόκληρο το ελληνικό κράτος. Έπαυε τον αρμοστή της στα Επτάνησα, αλλά αμέσως έχριζε αρμοστή της στην Ελλάδα το νέο βασιλιά Γεώργιο Α΄. Και από τότε η πρόσδεση της Ελλάδας στο αγγλικό άρμα θα μείνει σταθερή για 80 περίπου χρόνια, μέχρι την έναρξη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, το 1946-47, οπότε την κηδεμονία της χώρας θα αναλάβουν οι ΗΠΑ…
Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε χαρούμενοι και περήφανοι για δυο πράγματα:
1. Το ριζοσπαστικό κίνημα μπορεί να μην επέβαλε την Ένωση που ήθελε και οραματιζόταν, ήταν όμως ένας από τους βασικούς λόγους, που εξανάγκασαν την ισχυρή τότε Βρετανική Αυτοκρατορία να αποχωρήσει από το Ιόνιο, να σταματήσει δηλαδή να διοικεί αυθαίρετα μια ελληνικότατη περιοχή.
2. Το ριζοσπαστικό κίνημα μπορεί διπλωματικά να ηττήθηκε, κάτι τέτοιο όμως δεν αποδεικνύεται ότι συνέβη στο πολιτικό επίπεδο. Και τούτο, γιατί μέσα από υπόγεια ρεύματα, μέσα από του λαού τις μνήμες και τους αγώνες, οι αρχές του Ριζοσπαστισμού, οι ιδέες του και οι πρακτικές του μπόλιασαν το μεταγενέστερο λαϊκό κίνημα. Σε αυτές βασίστηκε ο Παναγιώτης Πανάς, ο Ρόκκος Χοϊδάς, ο Μαρίνος Αντύπας, ο Νικόλαος Μαζαράκης και από την Ιθάκη ο Πλάτωνας Δρακούλης. Τις πρακτικές του Ριζοσπαστισμού εφάρμοζαν, όταν εξέδιδαν εφημερίδες ή ίδρυαν λαϊκά αναγνωστήρια, πολιτικούς συλλόγους και εργατικά σωματεία. Αυτοί είναι οι συνεχιστές των Ριζοσπαστών, και είναι αυτοί που θα συναντήσουν τα νέα κοινωνιστικά ρεύματα και θα διαδώσουν στα νησιά μας τις σοσιαλιστικές ιδέες αλλά και θα τις «μετακενώσουν» στον ελληνικό ευρύτερα χώρο.
Ο ριζοσπαστισμός ως ιδέα, ως φιλοσοφία και στάση ζωής δε αφανίστηκε. Συνέχισε να εμπνέει τους νέους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες στην πατρίδα μας.
Πέτρος Πετράτος







