Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Η Ακρίβεια Εισπράττει – Η Κυβέρνηση Επιστρέφει Ψίχουλα
Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος
Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης είναι διαχρονικά το μεγάλο πολιτικό βήμα των κυβερνήσεων. Εκεί παρουσιάζονται σχέδια, εξαγγέλλονται μέτρα και καλλιεργούνται προσδοκίες. Η φετινή ομιλία του πρωθυπουργού συνοδεύτηκε και πάλι από ένα μεγάλο πακέτο παρεμβάσεων σε μισθούς, συντάξεις, φόρους, οικογένειες, αγρότες και άλλες κοινωνικές ομάδες.
Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα δεν είναι πόσα μέτρα ανακοινώθηκαν. Είναι πόσα επιστρέφονται στον πολίτη από αυτά που έχει χάσει εξαιτίας της ακρίβειας και του πληθωρισμού.
Η Ακρίβεια αυξάνει και τα φορολογικά έσοδα
Η ακρίβεια δεν πλήττει μόνο την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Συμβάλλει, μέσω της αύξησης των ονομαστικών τιμών, και στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, ιδιαίτερα από τον ΦΠΑ.
Ένα απλό παράδειγμα είναι αποκαλυπτικό: ένα προϊόν που κόστιζε 100 ευρώ προ ΦΠΑ, με συντελεστή 24%, απέφερε στο κράτος 24 ευρώ ΦΠΑ. Αν η τιμή του αυξηθεί στα 110 ευρώ, ο ΦΠΑ γίνεται 26,40 ευρώ. Ο πολίτης πληρώνει ακριβότερα, χάνει αγοραστική δύναμη και το κράτος εισπράττει περισσότερα σε ονομαστικούς όρους.
Και δεν πρέπει να ξεχνάμε κάτι ακόμη: ο σημερινός πληθωρισμός προστίθεται στις αυξήσεις τιμών των προηγούμενων ετών. Το ότι ο πληθωρισμός μειώνεται δεν σημαίνει ότι μειώνονται οι τιμές. Σημαίνει ότι οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, αλλά με μικρότερο ρυθμό.Τα επίσημα στοιχεία είναι χαρακτηριστικά: στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 τα φορολογικά έσοδα διαμορφώθηκαν περίπου 990 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο, ενώ ο ετήσιος πληθωρισμός τον Ιούλιο ήταν 3,4%.
Δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι ολόκληρη η αύξηση των φορολογικών εσόδων οφείλεται στον πληθωρισμό. Ο πληθωρισμός, όμως, διευρύνει τη φορολογική βάση και αυξάνει τις ονομαστικές εισπράξεις.
Άλλο παροχή και άλλο αποκατάσταση της Απώλειας
Οι αυξήσεις και οι ενισχύσεις που ανακοινώθηκαν είναι υπαρκτές. Δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι αν συνιστούν πραγματική αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης που χάθηκε.
Τα 400 ευρώ ετησίως στους συνταξιούχους και τα 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους μπορεί να προσφέρουν μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Δεν απαντούν, όμως, στο βασικό πρόβλημα: πόσο έχει μειωθεί συνολικά η πραγματική αξία του εισοδήματος ενός πολίτη και πόσο από αυτή την απώλεια αποκαθίσταται;
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Άλλο η παροχή και άλλο η αποκατάσταση της απώλειας.
Δεν μοιράζονται «δικά τους» Χρήματα
Η κυβέρνηση αποφασίζει πώς θα διαθέσει τα δημόσια έσοδα. Στα δημόσια έσοδα, όμως, περιλαμβάνονται και χρήματα που προέρχονται από την ίδια την κοινωνία: από την κατανάλωση, την εργασία, τις επιχειρήσεις και, μεταξύ άλλων, από τις υψηλότερες ονομαστικές τιμές που επιβαρύνουν τους καταναλωτές.Επομένως, όταν ένα μέρος των αυξημένων εσόδων επιστρέφεται στην κοινωνία, δεν πρόκειται για «δώρο» της κυβέρνησης.Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική κοινωνική πολιτική και την επικοινωνιακή παρουσίασή της βρίσκεται ακριβώς εδώ.
Οι μεγάλες υποσχέσεις μεταφέρονται στο μέλλον
Πολλές από τις σημαντικότερες εξαγγελίες δεν αφορούν το σήμερα αλλά τα επόμενα χρόνια. Ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ τοποθετείται στο 2028, ενώ αρκετές άλλες παρεμβάσεις εκτείνονται έως το 2029 και το 2030.Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέτρα δεν πρέπει να αξιολογηθούν. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να διακρίνουμε την εξαγγελία από την εφαρμογή και το ονομαστικό ποσό από την πραγματική αγοραστική του δύναμη.Γιατί 1.000 ευρώ το 2028 δεν θα έχουν την ίδια αξία με 1.000 ευρώ σήμερα.
Η Θεσσαλονίκη των Εξαγγελιών
Πέρυσι επισημάναμε ότι η ακρίβεια δεν μπορεί να βαφτίζεται παροχή.Φέτος το ίδιο φαινόμενο επανέρχεται με διαφορετικό περιτύλιγμα: οι απώλειες που προκαλεί η ακρίβεια παρουσιάζονται από τη μία πλευρά ως πρόβλημα και από την άλλη οι περιορισμένες επιστροφές ως μεγάλη κυβερνητική παροχή.
Δεν αμφισβητούμε την ανάγκη των μέτρων ούτε τη σημασία οποιασδήποτε πραγματικής ανακούφισης για τον πολίτη. Αμφισβητούμε, όμως, την υπερβολή της παρουσίασης και κυρίως την απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που δημιουργείται και στην πραγματική οικονομική κατάσταση της κοινωνίας.
Ο πολίτης δεν συγκρίνει τις εξαγγελίες με τον κρατικό προϋπολογισμό. Τις συγκρίνει με το πορτοφόλι του. Και το ερώτημα που έχει κάθε πολίτης είναι απλό:
Πόσα έχασα από την ακρίβεια και πόσα μου επιστρέφουν;
Αν η απάντηση είναι ότι επιστρέφεται μόνο ένα μικρό μέρος όσων η κοινωνία έχει χάσει από τη συνεχή άνοδο των τιμών, τότε δεν πρόκειται για αποκατάσταση της απώλειας.Πρόκειται για αναδιανομή ενός μικρού μέρους του λογαριασμού της ακρίβειας.
Και αυτό δεν είναι παροχή. Είναι επιστροφή ψίχουλων από το τραπέζι που πλήρωσε ο ίδιος ο πολίτης.
Η Θεσσαλονίκη τελείωσε. Οι εξαγγελίες χειροκροτήθηκαν.Τώρα αρχίζει η πραγματική δοκιμασία:Να δούμε τι θα μείνει από όλα αυτά στην τσέπη του πολίτη.







