Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΟΧΗΣ ΚΑΙ Η ΑΥΤΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΗΠΑ
Γαβριήλ Μανωλάτος
Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης
Η συνάντηση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλ Τραμπ με τον Πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ δεν ήταν ένα ακόμη τυπικό επεισόδιο διπλωματικής ευγένειας. Ήταν μια στιγμή πυκνού πολιτικού νοήματος, μια σιωπηρή αλλά σαφής σύγκρουση δύο κόσμων. Και, κυρίως, ήταν η στιγμή που η ιστορία επέστρεψε, όχι ως αφήγηση, αλλά ως απειλή.
Διότι αυτό που τελικά κυριάρχησε δεν ήταν οι συμφωνίες, ούτε οι οικονομικοί δείκτες. Ήταν η επίκληση από τον Σι Τζινπίνγκ της «Παγίδας του Θουκυδίδη». Μιας έννοιας που δεν λειτουργεί ως ακαδημαϊκή αναφορά, αλλά ως πολιτική προειδοποίηση υψηλής έντασης. Ο Θουκυδίδης δεν περιέγραψε απλώς έναν πόλεμο, τον πόλεμο Σπάρτης-Αθήνας. Αποκάλυψε έναν διαχρονικό νόμο: όταν η ισχύς αμφισβητείται, η λογική υποχωρεί και τη θέση της παίρνει ο φόβος.
Και ο φόβος αυτός είναι σήμερα ορατός στην Ουάσιγκτον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με κάτι που ιστορικά δεν έχουν διαχειριστεί εύκολα: την απώλεια της αδιαμφισβήτητης υπεροχής τους. Για δεκαετίες λειτούργησαν όχι απλώς ως δύναμη, αλλά ως σύστημα κανόνων. Σήμερα, όμως, καλούνται να αποδεχθούν ότι δεν είναι οι μόνες που γράφουν τους κανόνες. Και αυτό είναι ένα σοκ στρατηγικό αλλά και ψυχολογικό.
Η αμερικανική αντίδραση δεν είναι ουδέτερη. Εκφράζεται μέσα από εμπορικούς πολέμους, τεχνολογικούς αποκλεισμούς, στρατιωτική πίεση. Με άλλα λόγια: μέσα από μια προσπάθεια καθυστέρησης της ιστορίας. Όμως η ιστορία δεν καθυστερεί – συσσωρεύεται.
Αυτό ακριβώς υπαινίχθηκε ο Σι Τζινπίνγκ. Ότι η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι η άνοδος της Κίνας, αλλά η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποδεχθούν αυτή την άνοδο. Ότι η σύγκρουση δεν είναι αναπόφευκτη λόγω ισχύος, αλλά λόγω νοοτροπίας.
Και εδώ βρίσκεται το πιο αιχμηρό σημείο. Η Δύση εξακολουθεί να μιλά για «διεθνή τάξη», εννοώντας στην πραγματικότητα τη δική της τάξη. Μιλά για «κανόνες», όταν αυτοί αμφισβητούνται από τους ίδιους. Μιλά για «σταθερότητα», ενώ έχει οικοδομήσει την ισχύ της μέσα από επεμβάσεις, πολέμους και γεωπολιτικούς καταναγκασμούς.
Από το Ιράκ έως τον Περσικό Κόλπο, η υπερδύναμη έδειξε ότι μπορεί να επιβάλει τη βούλησή της – αλλά όχι να ελέγξει τις συνέπειες. Και αυτή η αδυναμία ελέγχου είναι το πραγματικό σύμπτωμα παρακμής, όχι η απώλεια ισχύος καθαυτή.
Η Κίνα, από την πλευρά της, δεν είναι «αθώα δύναμη». Είναι ένας παίκτης με στρατηγική υπομονή και σαφή επιδίωξη επιρροής. Όμως, σε αντίθεση με την αμερικανική προσέγγιση, επενδύει σε έναν λόγο που εμφανίζεται ως συμπεριληπτικός: συνύπαρξη, αμοιβαίο όφελος, πολυπολικότητα. Δεν είναι βέβαιο ότι αυτός ο λόγος θα παραμείνει όταν η ισχύς της πλήρως εδραιωθεί. Προς το παρόν, όμως, λειτουργεί πολιτικά και πειστικά.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο. Είναι ποιος κατανοεί βαθύτερα τη στιγμή.
Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες συγκρούσεις δεν ξεκινούν όταν οι δυνάμεις είναι άνισες, αλλά όταν αλλάζουν οι ισορροπίες. Από την αντιπαλότητα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών Βρετανίας-Γερμανίας έως τον Ψυχρό Πόλεμο, η μετάβαση ισχύος υπήρξε πάντα περίοδος υψηλού κινδύνου. Σήμερα, αυτή η μετάβαση είναι παγκόσμια, πολυεπίπεδη και ταχύτερη από ποτέ.
Και εδώ επιστρέφουμε στον Θουκυδίδη. Όχι ως μνήμη, αλλά ως καθρέφτη. Η ύβρις δεν τιμωρείται επειδή είναι ηθικά λανθασμένη, αλλά επειδή είναι στρατηγικά κοντόφθαλμη.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν την άνοδο της Κίνας ως απειλή που πρέπει να κατασταλεί, τότε η «παγίδα» θα κλείσει. Αν, αντίθετα, αποδεχθούν ότι η εποχή της μονοκρατορίας τελείωσε, υπάρχει ακόμη χώρος για μια δύσκολη αλλά ειρηνική ισορροπία.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει ανταγωνισμός. Αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν οι δύο δυνάμεις μπορούν να αποφύγουν την παγίδα που περιέγραψε ο Θουκυδίδης. Αν μπορούν να διαχειριστούν την αλλαγή χωρίς να οδηγηθούν σε σύγκρουση.
Διότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Επαναλαμβάνεται όταν αγνοείται.
Και σήμερα, το περιθώριο για λάθη γίνεται όλο και μικρότερο.
Το πρόβλημα είναι ότι οι αυτοκρατορίες σπάνια αποσύρονται με λογική. Συνήθως αποσύρονται με σύγκρουση.
Και τότε, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλώς. Εκδικείται.







